Ρωσική Γλώσσα, Αυτή η Άγνωστη

(Μύθος και Πραγματικότητα)

Στην εποχή μας επικρατεί η εντύπωση, που τείνει να γίνει μύθος, ότι τα ρωσικά είναι μια από τις δυσκολότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Άραγε, είναι έτσι; Ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε το θέμα, εξηγώντας ορισμένα βασικά στοιχεία, τα οποία θα βοηθήσουν, ελπίζουμε, στην εξάλειψη αυτού του τετριμμένου στερεοτύπου.

Σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστήμη της γλωσσολογίας, η ρωσική γλώσσα ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών (και συγκεκριμένα στον ανατολικοσλαβικό κλάδο της, μαζί με την ουκρανική και τη λευκορωσική). Μερικοί γλωσσολόγοι ονομάζουν επίσης τις γλώσσες της οικογένειας αυτής ιαπετικές, (από το όνομα του προγόνου του ανθρώπινου γένους Ιαπετού, γιου του Ουρανού και της Γαίας, βασιλιά των Τιτάνων). Στην ίδια οικογένεια ανήκουν και οι περισσότερες γλώσσες, που ομιλούνται στην Ευρώπη (με εξαίρεση την ουγγρική, φινλανδική, καρελική, εσθονική, βασκική και ορισμένων άλλων), όπως και η ελληνική γλώσσα.

Ως εκ τούτου, τα ελληνικά και τα ρωσικά είναι συγγενείς γλώσσες. Ναι, ακούγεται παράξενο. Τα ρωσικά και τα ελληνικά φαίνονται τόσο απόμακρα μεταξύ τους με την πρώτη ματιά, γιατί οι γενεαλογικοί δεσμοί φυσικά έχουν τον αντίκτυπό τους στο σύστημα των γλωσσών και η γλώσσα είναι ζωντανό σύστημα, που διαφοροποιείται ασταμάτητα στο πέρασμα των αιώνων. Όμως οι δύο αυτές γλώσσες, όχι μόνο δεν είναι ξένες μεταξύ τους, αλλά έχουν και πάρα πολλές ομοιότητες.

Βέβαια, η παρουσία αμέτρητων ελληνικών λέξεων-δανείων στα ρωσικά δεν είναι θέμα συγγένειας, αλλά πολύ στενών οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών δεσμών, που διατηρούσαν και εξακολουθούν να διατηρούν μέχρι σήμερα οι δύο λαοί. Οι Έλληνες και οι Ρώσοι ανέκαθεν είχαν πολύ στενές σχέσεις και το γεγονός αυτό πιστοποιείται όχι μόνο από την ιστορία αλλά και από τη γλωσσολογία.

Τα κοινά στοιχεία όμως δεν περιορίζονται στο λεξιλογικό επίπεδο, αλλά παρατηρούνται και σε άλλα επίπεδα του γλωσσικού συστήματος.

Πρώτα απ’ όλα η γραφή των ρωσικών έχει πάρα πολλά κοινά με τη δική μας. Κι’ αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Τον 9ο αιώνα μ.Χ. ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, οι “πρωτοδιδάσκαλοι των Σλάβων” δημιούργησαν ένα αλφάβητο (το κυριλλικό) για να μεταφράσουν την Αγία Γραφή στις σλαβικές γλώσσες. Αυτό το αλφάβητο βασίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στο ελληνικό της βυζαντινής περιόδου. Σ’ αυτό προστέθηκαν ορισμένα νέα γράμματα για να αποδώσουν φθόγγους ανύπαρκτους στα ελληνικά και που συνεπώς το ελληνικό αλφάβητο δεν διέθετε.

Η σημερινή μορφή του ρωσικού αλφαβήτου, που διατηρεί και τώρα την αρχαία ονομασία του (κυριλλικό), έχει αλλάξει και απλοποιηθεί σημαντικά προσαρμοζόμενο στις ανάγκες της σύγχρονης ρωσικής γλώσσας, που κι’ αυτή έχει αλλάξει αισθητά από τότε.

Τα ελληνικά και τα ρωσικά, εκτός του κοινής προέλευσης αλφαβήτου, είναι επίσης πολύ συνδεδεμένα λόγω ιστορικών συγκυριών. Η υιοθέτηση της ορθοδοξίας από τη Ρωσία το 10ο αιώνα επέδρασε άμεσα και στη γλώσσα. Οι ειδωλολάτρες τότε Ρώσοι δε διέθεταν στο λεξιλόγιό τους έννοιες της χριστιανικής πίστης και όταν βαφτίστηκαν προέκυψε η ανάγκη να βρεθούν γλωσσικά μέσα για να εκφράσουν τις έννοιες αυτές. Έτσι ένας χείμαρρος από λέξεις ελληνικές διείσδυσαν στο λεξιλόγιο της ρωσικής εκκλησιαστικής και θρησκευτικής γλώσσας σχεδόν αυτούσιες. Λίγα παραδείγματα είναι τα εξής: λειτουργία, καντήλι, εικόνα, ευαγγέλιο, βίβλος, πατριάρχης, ιερέας, μοναχός, μοναστήρι κ.ά.

Έχουμε όμως και λέξεις από την αρχαία ελληνική καθώς επίσης και λέξεις και όρους διαφόρων κλάδων της επιστημονικής γνώσης, που έχουν ως βάση τους αρχαιοελληνικά και λατινικά έτυμα. Από διάφορες πηγές ο αριθμός των ελληνικών και των ελληνικής προελεύσεως στοιχείων ανέρχεται στις 30.000.

Όσον αφορά στη φωνητική είναι λίγο ιδιότυπη και άγνωστη για το ελληνικό αφτί. Εδώ υπάρχουν φθόγγοι, που λείπουν παντελώς από τα ελληνικά μα και από άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Οι Έλληνες ρωσομαθείς αντιμετωπίζουν ως επί το πλείστον συγκεκριμένες δυσκολίες στην άρθρωση των συριστικών φθόγγων, αλλά μόνο στα αρχικά στάδια, αργότερα αυτό ξεπερνιέται. Λοιπά ιδιαίτερα προβλήματα στη φωνητική δεν παρατηρούνται.

Από τα ρωσικά λείπουν οι μεσοδοντικοί τριβόμενοι φθόγγοι (θ) και (δ), που υπάρχουν στα ελληνικά. Η ρωσική παράδοση χρησιμοποιεί δύο βασικά τρόπους μεταφοράς αυτών των φθόγγων. Στα δάνεια από την αρχαία ελληνική οι φθόγγοι αυτοί αποδίδονται ως (τ) και (ντ) αντίστοιχα, π.χ. η λέξη θέατρο στα ρωσικά προφέρεται “τεάτρ”, ενώ η λέξη δημοκρατία προφέρεται ως “ντεμοκράτιγια”.

Οι λέξεις, που διείσδυσαν στα ρωσικά σε μεταγενέστερες περιόδους, και συγκεκριμένα κατά τη βυζαντινή περίοδο αποδίδονται διαφορετικά, λόγω της αλλαγής του ελληνικού φωνητικού συστήματος. Σ’ αυτή την περίοδο τα γράμματα (θ) και (δ) ήδη είχαν διαμορφώσει τη σημερινή τους προφορά. Γι’ αυτό λέξεις αυτής της περιόδου αποδίδονται με άλλα κριτήρια. Το μεν (θ) συνήθως γίνεται (φ) όπως στο κύριο όνομα Θεόδωρος, που προφέρεται “Φιόντορ”, το δε (δ) εξακολουθεί να αποδίδεται ως (ντ).

Στο μορφολογικό και συντακτικό επίπεδο τα ρωσικά έχουν πάρα πολλά κοινά με τα ελληνικά και αυτό επίσης λόγω συγγένειας. Όσον αφορά στο ουσιαστικό και στο επίθετο, υπάρχει ένα σύστημα τριών γενών, έξι πτώσεων και δύο αριθμών. Τα ρωσικά δεν έχουν κλητική, έχουν όμως δοτική, οργανική και προθετική πτώση. Οι υπόλοιπες συμπίπτουν με τις ελληνικές, δηλαδή ονομαστική, γενική και αιτιατική. Όσο για άρθρα, τα ρωσικά τα στερούνται. Αυτό δε σημαίνει ότι υστερούν σε κάτι από άλλες γλώσσες. Εξ’ άλλου τα άρθρα ανήκουν στα δευτερεύοντα μέρη του λόγου και μια γλώσσα μπορεί να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της χωρίς να τα διαθέτει.

Το ρηματικό σύστημα διαθέτει τις κατηγορίες του χρόνου, προσώπου, αριθμού, έγκλισης και διάθεσης. Οι γραμματικοί χρόνοι του ρήματος είναι μόνον τρεις. Το χρονικό πλαίσιο καλύπτεται επαρκώς από αυτούς τους γραμματικούς τύπους, που ανταποκρίνονται στην πραγματική διάσταση της έννοιας του χρόνου. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το χρόνο με βάση το παρόν. Ό, τι συμβαίνει τώρα ανήκει στον παροντικό χρόνο, ό, τι συνέβη ήδη ανήκει σε παρελθόντα χρόνο και ό, τι πρόκειται να συμβεί το εντάσσουμε σε μέλλοντα χρόνο. Άρα οι ανάγκες του λογικού διαχωρισμού της έννοιας του χρόνου καλύπτονται με τους τρεις βασικούς γραμματικούς χρόνους.

Η κάθε γλώσσα έχει τους δικούς της τρόπους για να εκφράζει χρονικές λεπτομέρειες. Τα ελληνικά διαθέτουν πλούσιο σύστημα χρόνων, ενώ τα ρωσικά επιτυγχάνουν το ίδιο αποτέλεσμα με διάφορους βοηθητικούς χρονικούς προσδιορισμούς.

Αντιθέτως, όσον αφορά στην κλίση των ονομάτων, τα ρωσικά επιδεικνύουν ένα πιο πολύπλοκο σύστημα απ’ αυτό της νέας ελληνικής γλώσσας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η δεύτερη υστερεί.

Στο συντακτικό, επειδή οι σχέσεις μεταξύ των μελών της πρότασης εκφράζονται μέσω των πτωτικών και προσωπικών καταλήξεων, η σειρά των λέξεων είναι πολύ ελεύθερη. Αυτό προσφέρει στη ρωσική τη δυνατότητα να γίνεται εκφραστικότατη. Όσο πιο ανεπτυγμένο είναι το πτωτικό παράδειγμα μιας γλώσσας, τόσο περισσότερη ελευθερία υπάρχει στη σύνταξη. Στη σημερινή τους μορφή τα ρωσικά είναι μια σύγχρονη και πλουσιότατη γλώσσα. Εδώ πρέπει να σημειωθεί η συμβολή του μεγάλου ποιητή Πούσκιν στη διαμόρφωση της σύγχρονης ρωσικής γλώσσας.

Όπως είπε ο Τουργκένιεφ ο Πούσκιν “Τελειοποίησε τη γλώσσα μας, η οποία σήμερα, όπως υποστηρίζει η πλειοψηφία των ξένων φιλολόγων, από άποψη πλούτου, λογικής, δύναμης και ομορφιάς της έκφρασης, είναι σχεδόν πρώτη μεταξύ των ευρωπαϊκών γλωσσών, μετά την αρχαία ελληνική.”

Το προτέρημα αυτό, άλλωστε, μαζί με το πλούσιο λεξιλόγιο και το θείο χάρισμα φυσικά, έκαναν τον Τσέχοφ, τον Τολστόι, τον Ντοστογέφσκυ και τόσους άλλους λογοτέχνες διεθνώς γνωστούς και αγαπητούς. Στα ρωσικά γράφτηκαν εξαίσια έργα, που διαβάζονται σε όλο τον κόσμο και κάνουν τους Ρώσους να νιώθουν περήφανοι για τη γλώσσα τους.

Τα ρωσικά είναι η μια από τις έξι επίσημες γλώσσες του Ο.Η.Ε και χρησιμοποιείται από 250 εκατομμύρια άτομα. Διαθέτει μια αξιοζήλευτη λογοτεχνία που μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες. Λόγω της τεράστιας ανάπτυξης στη Ρωσία όλων των κλάδων της επιστήμης και της συγγραφής αμέτρητων επιστημονικών έργων, τα ρωσικά απέκτησαν μια από τις πιο ολοκληρωμένες και πολύπλευρες ορολογίες σε παγκόσμιο επίπεδο.