Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν

(1799, Μόσχα – 1837, Αγία Πετρούπολη)

Ρώσος συγγραφέας, θεμελιωτής της νέας ρωσικής λογοτεχνίας

Ο  Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς  Πούσκιν ήταν γιος όχι πλούσιου αριστοκράτη, καταγόταν από παλιά οικογένεια βογιάρων. Δισέγγονος (από τη μητρική πλευρά) του Αβησσυνού Α. Π. Γκανιμπάλ, στρατιωτικού της εποχής του Μ. Πέτρου. Οι πρώτες ποιητικές δοκιμές του Πούσκιν, που διασώθηκαν, ανάγονται στα παιδικά του χρόνια. Το 1811 ο Πούσκιν φοίτησε στο Λύκειο του Τσάρσκογε Σελό, όπου η εκπαιδευτική αντίληψη διαπνεόταν από την ελεύθερη σκέψη του Διαφωτισμού και τις φιλελεύθερες τάσεις των πρώτων χρόνων της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α’. Τα χρόνια του Λυκείου ήταν περίοδος έντονης δημιουργίας για τον Πούσκιν και έγραψε σειρά ποιημάτων μεγάλης τελειότητας («Αναμνήσεις από το Τσάρσκογε Σέλο», «Μια μικρή πολιτεία», «Το ρόδο» κ.ά.).

Το 1817 ο Πούσκιν αποφοίτησε από το Λύκειο και διορίστηκε ως γραμματέας στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων. Τα ποιήματά του της περιόδου 1817 – 1820 καθρεφτίζουν τη θυελλώδη ζωή του νεαρού ποιητή στην Πετρούπολη, τη συμμετοχή του στο λογοτεχνικό όμιλο «Η Πράσινη Λάμπα», και τον επαναστατικό φιλελευθερισμό της εποχής («Στον Κριφτσόφ», «Στον Ζουκόφσκι», «Στον Τσααντάγεφ», όλα το 1918 «Ντορίντα», «Η αναγέννηση», 1819 «Έχω εξοικειωθεί με τη μάχη», 1820 κ.ά.). Ο Πούσκιν παρότι σέβεται την ποίηση του 18ου – 19ου αιώνα προσπαθεί να πετύχει στα ποιήματά του ελευθερία έκφρασης. Αυτή την κατεύθυνση ακολουθεί και στο αφηγηματικό ποίημα «Ρουσλάν και Λιουντμίλα» (δημοσιεύθηκε το 1820), το οποίο προκάλεσε οξύτατες συζητήσεις και σήμανε την αρχή μιας καμπής στη ρωσική ποίηση. Με τα πολιτικά ποιήματα του Πούσκιν της περιόδου 1817 – 20 («Ελευθερία», «Στον Τσααντάγεφ», «Το χωριό» κ.ά.) γίνεται ο εκφραστής των επιδιώξεων ολόκληρης της γενιάς των ευγενών επαναστατών. Το Μάιο 1820 ο Πούσκιν, με το πρόσχημα της υπαλληλικής μετάθεσης, ουσιαστικά εκτοπίζεται στη Νότια Ρωσία.

Αφού επισκέφθηκε τον Καύκασο και την Κριμαία, ο Πούσκιν έζησε στο Κισινιόφ και την Οδησσό, συναντήθηκε με τους δεκεμβριστές Β. Φ. Ραγκέφσκι, Π. Ι. Πέστελ, Μ. Φ. Ορλόφ κ.ά. Τα επαναστατικά και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ευρώπη, οι αγροτικές και στρατιωτικές εξεγέρσεις στη Ρωσία ενίσχυσαν την τάση του για επαναστατική δράση, που καθρεφτίζεται στο «Στιλέτο» και σε άλλα ποιήματα του 1821. Από αθεϊστικό πνεύμα είναι διαποτισμένο το ποίημα «Γαβριηλιάδα» (1821). Η περίοδος της εκτόπισης στο Νότο σημάδεψε, για τον ποιητή, την άνθηση του ρομαντισμού του, που εκδηλώθηκε έντονα στα αφηγηματικά ποιήματα που έγραψε εκεί και που τον επέβαλαν σαν εξέχοντα Ρώσο ποιητή. Σημαντική θέση ανάμεσα στα ποιήματα αυτά κατέχει «Ο αιχμάλωτος του Καυκάσου» (1820 – 21), που προετοίμασε σε μεγάλο βαθμό τον «Εβγκένι Ονέγκιν». Τα θέματα της «επαναστατικής θέλησης» και του ηθικού νόμου εκφράστηκαν στους «Αδελφούς ληστές» (1821 – 22) και η αντίθεση, ηπιότητας και πάθους, «αγγελικού» και «σατανικού» πρωτοεμφανίστηκε στο «Σιντριβάνι του Μπαχτσέ Σαράι» (1823).

Ο Πούσκιν αρχίζει τον Μάιο 1823 να γράφει το έμμετρο μυθιστόρημα «Εβγκένι Ονέγκιν», όπου ιστορικά και κοινωνικά ενσαρκώνονται δύο αντίθετοι τύποι συνείδησης, ο σκεπτικιστής (Ονέγκιν) και ο ονειροπόλος ρομαντικός (Λένσκι), ενώ η Τατιάνα αντιπροσωπεύει το ιδεώδες της αρμονικής κοσμοαντίληψης. Το άτομο και η κοινωνία, τα όρια ανάμεσα στην ελευθερία του ατόμου και την αυθαιρεσία είναι τα κεντρικά θέματα του ποιήματος «Τσιγγάνοι» (1824), το οποίο αποτελεί την κορύφωση και το τελευταίο έργο της ρομαντικής δημιουργίας του Πούσκιν. «Οι Τσιγγάνοι» έθεσαν με οξύτητα το ζήτημα της ευτυχίας σαν τραγικό φιλοσοφικό πρόβλημα και άνοιξαν το δρόμο για τη βαθύτερη διείσδυση στο κύριο θέμα του Πούσκιν, το θέμα άνθρωπος και κόσμος.

Τον Ιούλιο του 1824 ο Πούσκιν, εξαιτίας των διενέξεων του με τους προϊσταμένους του, απολύεται από τη δημόσια υπηρεσία ως πρόσωπο αναξιόπιστο και περιορίζεται στο οικογενειακό του κτήμα το Πσκόφ (χωριό Μιχάηλοφσκογε), υπό την επιτήρηση των τοπικών αρχών. Εδώ, δημιουργεί μια σειρά αριστουργημάτων ανάμεσά τους και ο γεμάτος δύναμη και πίστη κύκλος «Μιμήσεις του Κορανίου». Ο Πούσκιν γράφει τα κεντρικά (3 – 6) κεφάλαια του «Εβγκένι Ονέγκιν», το σατιρικό αφηγηματικό ποίημα «Ο κόμης Νούλιν», μελετά την ιστορία της Ρωσίας και τα χρονικά, καταγράφει λαϊκά τραγούδια και παραμύθια. Στα ποιήματα «Το καμένο γράμμα», «Ο πόθος της δόξας», «Θυμάμαι την εξαίσια στιγμή», «Ρίχνει το δάσος την πορφυρή του φορεσιά» κ.ά. επικρατούν οι νέες αρχές της ποίησης: η λυρική συγκίνηση δεν είναι κάποιο έτοιμο και στατικό αντικείμενο περιγραφής, αλλά ζωντανή ψυχική ενέργεια, δημιουργός δύναμη, που γεννιέται κατά την επαφή του ποιητή με την πραγματικότητα.

Ορόσημο στη δημιουργική εξέλιξη του Πούσκιν ήταν η τραγωδία «Μπορίς Γκοντουνόφ» (1825). Θέμα της τραγωδίας είναι η ιστορία και ο άνθρωπος. Στο επίκεντρο βρίσκονται όχι τόσο τα πρόσωπα, όσο η ίδια η Ιστορική διαδικασία, η ζωή με τους αντικειμενικούς νόμους της όχι τα «έργα» των προσώπων, αλλά οι τύχες τους.

Στο ιστορικό μυθιστόρημα του «Η κόρη του λοχαγού», συνεχίζει τη μελέτη «της ανθρώπινης και της λαϊκής μοίρας» που είχε αρχίσει με τον «Μπορίς Γκοντουνόφ». Η αντικειμενική άποψη εκφράζεται εδώ από τον έντιμο και αμερόληπτο αφηγητή – μάρτυρα, που συμπαθεί τον Πουγκάτσεφ, ο οποίος ενσαρκώνει τη δύναμη και τα χαρίσματα του λαού, όμως παραμένει πιστός στο ταξικό χρέος του ως αριστοκράτης. Την 1η Οκτωβρίου 1833 ο Πούσκιν επισκέπτεται για δεύτερη φορά το Μπόλντινο. Το δεύτερο «Φθινόπωρο του Μπόλντινο», που κράτησε ενάμισι μήνα, είναι περίοδος νέας δημιουργικής έξαρσης. Ο Πούσκιν τελειώνει εδώ την «Ιστορία του Πουγκάτσεφ», γράφει το ποίημα «Άντζελα», τη σειρά «Τραγούδια Δυτικών Σλάβων», «Το παραμύθι του ψαρά και του ψαριού», «Το παραμύθι της Νεκρής Τσαρίνας», και ορισμένα από τα καλύτερα έργα του όπως το αφηγηματικό ποίημα «Ο μπρούντζινος καβαλάρης», το μυθιστόρημα «Ντάμα Πίκα», το ποίημα «Φθινόπωρο». Στα έργα αυτά μελετά τις τραγικές αντιφάσεις της ζωής  υπό το φως των αντικειμενικών νόμων της ύπαρξης. Στον «Μπρούντζινο καβαλάρη», αποκτούν οικουμενική σημασία τα θέματα του κράτους και του ατόμου, της Ιστορίας και της ξεχωριστής μοίρας, των σχέσεων μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου του. Στο συμβολικό επίπεδο των αιώνια τραγικών συγκρούσεων, που δημιουργούν αυτές oι σχέσεις, αποκτά βαθύ φιλοσοφικό νόημα το θέμα της παραφροσύνης («Ο μπρούντζινος καβαλάρης», «Ντάμα Πίκα», το ποίημα «Ας με φυλάξει ο Θεός να μην τρελαθώ» κ.ά.). Όμως, η τραγικότητα ερμηνεύεται όχι σαν ζοφερή απελπισία, αλλά σαν δυναμική ποιότητα της ίδιας της ζωής: Στο ποίημα «Το φθινόπωρο», με την τραγικότητα του κεντρικού θέματος του «θανάτου», αποκαλύπτεται η σχέση του δημιουργικού ανθρώπινου πνεύματος με τις αθάνατες δυνάμεις της φύσης και του σύμπαντος.

Το 1833 – 34 αρχίζει η τελευταία, εξαιρετικά δύσκολη περίοδος της ζωής του Πούσκιν. Η αίγλη του πρώτου Ρώσου ποιητή διατηρείται, όμως μόνο σαν ανταύγεια της δόξας του ρομαντικού Πούσκιν της δεκαετίας του 1820. Τα επιτεύγματα του ώριμου Πούσκιν θεωρούνται από το κοινό, τους κριτικούς ακόμα και από μερικούς φίλους του σημάδια «παρακμής». Λιγοστά πρόσωπα, όπως ο Ν. Β. Γκόγκολ, καταλαβαίνουν τη σημασία των έργων αυτών. Στο μεταξύ η λογοκρισία των έργων του όλο και κλιμακώνεται. Οι κοινωνικές υποχρεώσεις του, η συντήρηση μιας μεγαλύτερης τώρα οικογένειας, απαιτούσαν μεγάλα έξοδα. Τα δάνεια από το δημόσιο ταμείο φέρνουν τον Πούσκιν σε ταπεινωτική εξάρτηση από τις αρχές στην παράκληση του να του επιτραπεί να παραιτηθεί από τη δημόσια υπηρεσία και να εγκατασταθεί επί ένα διάστημα «Στο χωριό», για να τακτοποιήσει τα περιουσιακά του, ο τσάρος απαντά με την απειλή της δυσμένειας και της απαγόρευσης να μελετά τα ιστορικά αρχεία. Στα τέλη του 1833 δόθηκε στον Πούσκιν ο βαθμός του Καμεργιούνκερ, μειωτικός για την ηλικία του και την κοινωνική του υπόσταση, που τοποθετεί τον ποιητή στη θέση του μικροαυλικού. Σύντομα ο Πούσκιν μαθαίνει ότι οι αρχές ανοίγουν και διαβάζουν την αλληλογραφία του. Η ελευθεροφροσύνη του και η περιφρόνηση που δείχνει προς τη «νέα αριστοκρατία» προκαλούν την εχθρότητα της «καλής κοινωνίας» και της γραφειοκρατικής κορυφής, ενώ η ανεξαρτησία των αντιλήψεων του και η άρνηση του να συνεργαστεί σε φτηνές αντιπολιτευτικές ενέργειες προκαλεί τις επιθέσεις των φιλελεύθερων κύκλων. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1830 δέχεται συνεχώς επιθέσεις του αντιδραστικού τύπου oι οποίες κατευθύνονται από τον Φ. Β. Μπουλγκάριν.

Κατά την τραγική αυτή περίοδο ο Πούσκιν δεν έπαψε να έχει στραμμένη την προσοχή του στην Ιστορική τύχη και τα σύγχρονα προβλήματα της χώρας, του λαού και της κοινωνίας, στην ανάπτυξη της εθνικής κουλτούρας, στο φιλοσοφικό νόημα της ζωής και της Ιστορίας. Ετοιμάζει υλικό για την «Ιστορία του Μεγάλου Πέτρου», σχεδιάζει να γράψει την «Ιστορία της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης» και την «Ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας», μελετά το αριστούργημα της αρχαίας ρωσικής λογοτεχνίας «Η ιστορία της Εκστρατείας του Ίγκορ», προσπαθεί να επηρεάσει την κοινωνική συνείδηση, με διάφορες μορφές υπενθυμίζει την κακή τύχη των δεκεμβριστών. Το 1836 ο Πούσκιν άρχισε την έκδοση του περιοδικού «Ο Σύγχρονος» που συνέχιζε σε νέο επίπεδο τις παραδόσεις της προοδευτικής ρωσικής δημοσιογραφίας. Συγκέντρωσε γύρω του τις καλύτερες λογοτεχνικές δυνάμεις, δημοσίευσε πολλά κριτικά και δημοσιολογικά έργα, που πρόβαλαν τον πρωτοποριακό κοινωνικό και ηθικό ρόλο της λογοτεχνίας και αντιτάσσονταν στις ξεπερασμένες, αντιδραστικές αισθητικές αντιλήψεις. Η καλλιτεχνική δημιουργία του Πούσκιν τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει κάποια κάμψη, δίνοντας τη θέση της στην κριτική, τη δημοσιογραφία, τη θεωρητική και Ιστορική εργασία. Η ποίηση παραμερίζεται από τον πεζό λόγο ο Πούσκιν γράφει τη φιλοσοφική νουβέλα «Αιγυπτιακές νύχτες» (1835), όπου το θέμα της ιστορίας συνδέεται με το ζήτημα της ουσίας της ποιητικής δημιουργίας. Επεξεργάστηκε πεζά έργα, πολλά από τα οποία («Περάσαμε ένα βράδυ στην εξοχή», «Ο Καίσαρ ταξίδευε», κ.ά.) είναι σημαντικά για την εσωτερική τελειότητα, το βάθος, την πυκνότητα και προοιωνίζουν τη μέλλουσα ρωσική πεζογραφία. Τελείωσε την «Κόρη του Λοχαγού» (1836), όπου τα θέματα της ρωσικής λαϊκής ιστορίας και κρατικής ζωής, συνδυάζονται με τη μελέτη του ηθικού προβλήματος της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε περίπλοκες Ιστορικές συνθήκες και του φιλοσοφικού προβλήματος της μοίρας. Η σχέση της μοίρας με τη συμπεριφορά στη ζωή είναι το θέμα του φιλοσοφικού γκροτέσκο «Παραμύθι του χρυσού πετειναριού», που είναι το τελευταίο παραμύθι του Πούσκιν και ο μοναδικός ποιητικός καρπός του τρίτου «Φθινόπωρο Στο Μπόλντινο» (1834).

Τα ποιήματα των τελευταίων του χρόνων είναι στοχαστικός λυρισμός νέου είδους: ο τόνος της αφήγησης και οι φιλοσοφικοί στοχασμοί δεν έχουν ποιητικά «στολίδια». τα ποιήματα αυτά εκφράζουν τη βαθιά μελαγχολία της μοναξιάς του ανθρώπου που δεν τον καταλαβαίνουν. («Ήρθε ή ώρα, φίλε μου, ήρθε» 1834, «Ο στρατηλάτης», «Ο στρατοκόπος» 1835, «Από τον Πιντεμόντε, στην εξοχή» 1836). Όμως, ακόμα και σε αυτή την περίοδο δεν επικρατεί η απαισιοδοξία και η εγωιστική κατάθλιψη. Στο ποίημα «Πήγα ξανά» (1835) και «Στο φιλοσοφικό κύκλο ποιημάτων» 1836 (που απηχεί θέματα από τις «Μιμήσεις του Κορανίου» και καταλήγει στο προφητικό ποίημα «Έχτισα το μνημείο μου», που είναι το ποιητικό πιστεύω και η διαθήκη του Πούσκιν), κυριαρχεί η γενναία νηφαλιότητα, η απαιτητικότητα απέναντι στον εαυτό του και ο υψηλός στοχασμός.

Το Νοέμβριο του 1836, ο Πούσκιν και μερικοί οικείοι του πήραν με το ταχυδρομείο ανώνυμο λίβελο, προσβλητικό για την τιμή της συζύγου του και του ίδιου του ποιητή. Αποτέλεσμα προσχεδιασμένης σκευωρίας των κοσμικών κύκλων ήταν να προκληθεί μονομαχία μεταξύ του Πούσκιν και ενός θαυμαστή της συζύγου του, του Γάλλου εμιγκρέ Ζ. Νταντές. Στις 27 Ιανουαρίου (8 Φεβρουαρίου) 1837 στη μονομαχία που έλαβε χώρα στα περίχωρα της Πετρούπολης, κοντά στον ποταμό Τσερνάγια ο Πούσκιν τραυματίστηκε στην κοιλιά και πέθανε ύστερα από δύο μέρες, αφού υπέφερε με στωικότητα, φοβερούς πόνους. Το σπίτι του, στην προκυμαία του ποταμού Μόικα το επισκέφθηκαν πλήθη κόσμου από τα πιο διαφορετικά στρώματα. Στα ποιητικά σχόλια των Μ. Γ. Λέρμοντοφ, Φ. Ι. Τιούτσεφ, Α. Β. Κολτσόφ κ.ά. περιγράφεται το πένθος του λαού, που θεώρησε το θάνατο του Πούσκιν εθνική τραγωδία. Φοβούμενη το «θόρυβο», η κυβέρνηση επέβαλε αυστηρό έλεγχο στον τύπο. Η κηδεία έγινε σε διαφορετικό τόπο από τον αρχικά καθορισμένο και η σορός μεταφέρθηκε κρυφά τη νύχτα και ενταφιάστηκε εσπευσμένα στο μοναστήρι Σβιατογκόρσκι (σημερινό χωριό Πουσκίνσκιε Γκόρι της περιοχής του Πσκόφ).

Η σημασία του έργου του Πούσκιν και oι διαστάσεις της μεγαλοφυΐας του τον τοποθετούν στη σειρά των εξαιρετικών μορφών του παγκόσμιου πολιτισμού. Στα 25 χρόνια της συγγραφικής του ζωής, ο Πούσκιν αφομοίωσε τα επιτεύγματα του ρώσικου και παγκόσμιου πολιτισμού και τις παραδόσεις των παλαιότερων Ρώσων συγγραφέων και της λαϊκής φιλολογίας. Προχώρησε από τα συμβατικά συστήματα του 18ου αι., στον αναπτυγμένο ρεαλισμό, που αποδίδει τη ζωή στην ανεξάντλητη πολυμορφία της. Η γλώσσα του Πούσκιν, που συνδυάζει λόγιους τύπους με την καθομιλουμένη, παραμένει ως σήμερα η βάση της ρωσικής λογοτεχνικής γλώσσας. Οι νεωτερισμοί του προκαθόρισαν την ανάπτυξη όχι μόνο της ρωσικής λογοτεχνίας (έργα των Γκόγκολ, Λέρμοντοφ, Ν. Α. Νεκράσοφ, Μ. Ε. Σαλτικόφ – Σεντρίν, Λ. Ν. Τολστόι, Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι κ.α.) αλλά και όλων σχεδόν των εκφράσεων της ρωσικής τέχνης και της πνευματικής ζωής του 19ου – 20ού αιώνα.

Τα έργα του Πούσκιν μεταφράστηκαν σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου.

Πηγή: ΜΣΕ